Στεφανιαία Νόσος

στεφανιαία νόσος

Η στεφανιαία νόσος είναι η πιο συχνή πάθηση της καρδιάς. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας το 1/3 των θανάτων παγκοσμίως οφείλονται στα καρδιαγγειακά νοσήματα και από αυτούς το 50% σχετίζονται με τη στεφανιαία νόσο. Παρουσιάζεται όταν στις στεφανιαίες αρτηρίες, οι οποίες τροφοδοτούν με αίμα το μυοκάρδιο, αναπτύσσονται αθηρωματικές πλάκες μέσω της διαδικασίας της αθηροσκλήρωσης.  Όσο οι αθηρωματικές πλάκες αυξάνονται, οδηγούν στη στένωση των στεφανιαίων αρτηριών και μειώνουν τη ροή αίματος και την τροφοδοσία της καρδιάς με οξυγόνο. Αναλόγως με το βαθμό στένωσης οδηγούμαστε και σε διαφορετική κλινική εκδήλωση, η οποία μπορεί να είναι η στηθάγχη και το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η διαδικασία της αθηροσκλήρωσης  ξεκινάει από μικρή ηλικία και αφορά τον μέχρι τώρα τρόπο ζωής και διατροφής, για αυτό το λόγο πρέπει να εφιστάται προσοχή και στα παιδικά χρόνια. Ωστόσο, γνωρίζοντας και τροποποιώντας τους παράγοντες κινδύνου που πυροδοτούν την αθηροσκληρωτική διαδικασία και κατ’ επέκταση τη στεφανιαία νόσο, μπορούμε να καταστείλουμε την ανάπτυξη των πλακών και να αποτρέψουμε την εμφάνιση κλινικού επεισοδίου.

Ανάμεσα στους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσους και μπορούμε να τους τροποποιήσουμε ανήκουν οι παρακάτω:

  • Tο αυξημένο σωματικό βάρος. Πρώτη η μελέτη Framingham παρουσίασε την παχυσαρκία ως παράγοντα που αυξάνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος αυξάνεται περαιτέρω στην περίπτωση της κοιλιακής παχυσαρκίας.
  • Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης. Μεταξύ της ολικής χοληστερόλης και του καρδιαγγειακού κινδύνου υπάρχει αναλογία. Μειώνοντας τα υψηλά επίπεδα ολικής χοληστερόλης, μειώνεται και ο καρδιαγγειακός κίνδυνος. Συγκεκριμένα, έρευνα έχει δείξει πως μείωση της τάξης του 10% στα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, οδηγεί σε 50% μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου μέσα σε πέντε έτη.
  • Η υπέρταση. Η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου στεφανιαίας νόσου. Έχει φανεί πως οφείλεται για το 50% των καρδιαγγειακών ασθενειών. Πιο συγκεκριμένα, ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου διπλασιάζεται για κάθε 10 mm Hg αύξησης της διαστολικής πίεσης ή για κάθε 20 mm Hg αύξησης της συστολικής πίεσης.
  • Ο σακχαρώδης διαβήτης. Η ύπαρξη σακχαρώδους διαβήτη φαίνεται να διπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Η καθυστέρηση της έγκαιρης ανίχνευσης και φροντίδας του διαβήτη αποφέρει σοβαρές αγγειακές επιπλοκές όπως καρδιακή προσβολή, έμφραγμα, νεφρική ανεπάρκεια και τύφλωση.
  • Η σωματική αδράνεια. Η φυσική δραστηριότητα σχετίζεται άμεσα με τη στεφανιαία νόσο. Μελέτη έχει δείξει πως 150 λεπτά ήπιας φυσικής δραστηριότητας ή 60 λεπτά έντονης φυσικής άσκησης εβδομαδιαίως, μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου κατά 30% .
  • Το κάπνισμα. Το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο από μόνο του, λόγω μεγάλης περιεκτικότητας σε χημικές ουσίες και νικοτίνη, αλλά και επηρεάζοντας άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως η αρτηριακή πίεση, η μείωση της αντοχής στη φυσική δραστηριότητα και η μείωση των επιπέδων HDL-χοληστερόλης.

Η διατροφή και ο τρόπος ζωής είναι τα κυριότερα αίτια της νόσου. Συνεπώς, η υιοθέτηση αλλαγών είναι σημαντική για την πρόληψη και την εξέλιξη της. Πιο συγκεκριμένα κρίνονται απαραίτητα τα παρακάτω:

  • Αλλαγή διατροφικής συμπεριφοράς
  • Απώλεια βάρους όταν είναι αυξημένο
  • Ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
  • Σημαντικός περιορισμός ή ολική διακοπή καπνίσματος
  • Ρύθμιση και τακτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος σε περίπτωση σακχαρώδη διαβήτη
  • Αύξηση της αερόβιας φυσικής δραστηριότητας

Η υιοθέτηση ενός υγιεινού διατροφικού προτύπου, ο σχεδιασμός εξατομικευμένου διαιτολογίου προσαρμοσμένου στις προσωπικές ανάγκες με στόχο τη μείωση των παραγόντων κινδύνου της νόσου και η έναρξη φυσικής δραστηριότητας αποτελούν επιτακτική ανάγκη για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου.

Βιβλιογραφία

  1. Go, A. S., D. Mozaffarian, et al. (2014). «Heart disease and stroke statistics–2014 update: a report from the American Heart Association.» Circulation 129(3): e28-e292.
  2. Liuzzo, G. (2001). «Atherosclerosis: an inflammatory disease.» Rays 26(4): 221-230.
  3. Kannel, W. B., D. McGee, et al. (1976). «A general cardiovascular risk profile: the Framingham Study.» Am J Cardiol 38(1): 46-51.
  4. Berchtold, P., V. Jorgens, et al. (1981). «Epidemiology of obesity and hypertension.» Int J Obes 5 suppl 1: 1-7.
  5. Garrison, R. J., P. W. Wilson, et al. (1980). «Obesity and lipoprotein cholesterol in the Framingham offspring study.» Metabolism 29(11): 1053-1060.
  6. Hartz, A. J., D. C. Rupley, Jr., et al. (1983). «Relationship of obesity to diabetes: influence of obesity level and body fat distribution.» Prev Med 12(2): 351-357.
  7. Hubert, H. B., M. Feinleib, et al. (1983). «Obesity as an independent risk factor for cardiovascular disease: a 26-year follow-up of participants in the Framingham Heart Study.» Circulation 67(5): 968-977.
  8. Berlin, J. A. and G. A. Colditz (1990). «A meta-analysis of physical activity in the prevention of coronary heart disease.» Am J Epidemiol 132(4): 612-628.
  9. Walldius, G. and I. Jungner (2006). «The apoB/apoA-I ratio: a strong, new risk factor for cardiovascular disease and a target for lipid-lowering therapy–a review of the evidence.» J Intern Med 259(5): 493-519.
  10. «World Health Organization. Atlas of Heart Disease and Stroke. Geneva, WHO, 2004.».
  11. «World Health Organization. Prevention of cardiovascular disease: Guidelines for assessment and management of cardiovascular risk. Geneva, WHO, 2007″.